Παναγία Κουμπελίδικη ή Σκουταριώτισσα

Παναγία Κουμπελίδικη ΚαστοριάΟ μικρός ναός, που βρίσκεται στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή ακρόπολη, είναι το κόσμημα της πόλης της Καστοριάς.

Η επωνυμία "Κουμπελίδικη" ανάγεται στους χρόνους της Τουρκοκρατίας, έχει δε σχέση με τον χαρακτηριστικό ψηλό τρούλλο του ναού, που στα Τουρκικά σημαίνει κουμπές.

Η επωνυμία "Σκουταριώτισσα" είναι η αρχική των Βυζαντινών χρόνων και αναγράφεται στη βάση του τυμπάνου του τρούλου:
"...ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΣ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ ΣΚΟΥΤΑΡΙΩΤΙΣΣΑΣ ...ΕΚΕΝΟΥΡΓΗΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΥΓΕΝΕΣΤΑΤΟΥ..."

Η επωνυμία "ακαταμάχητος" έχει σχέση με τα τείχη της ακρόπολης και την προστασία τους.

Ο τύπος του μνημείου ανήκει στον τρίκογχο ναό μετά τρούλλου.

Ο κεντρικός τετράγωνος χώρος του ναού στεγάζεται με τρούλλο, ο οποίος στηρίζεται πάνω σε τέσσερα τόξα, που υψώνονται στις τέσσερις πλευρές του τετραγώνου και μεσολαβούν ανάμεσα στον κεντρικό τετράγωνο χώρο και στις ημικυκλικές κόγχες. Τα υπερυψωμένα τόξα σχηματίζουν στην αναδομή σταυρό, πάνω στον οποίο κάθεται η κυκλική βάση του τρούλου. Στη δυτική πλευρά του κεντρικού χώρου συνεχίζεται στενός νάρθηκας, που καλύπτεται από ημικυκλική καμάρα. Δυτικότερα, συνεχίζεται ο δεύτερος νάρθηκας (εξωνάρθηκας), ο οποίος αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη του τέλους του 15ου αιώνα.

Μεγάλη εντύπωση προκαλεί ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος του τρούλλου, ο οποίος δίνει και τη διαφορετική αίσθηση. Η αρμονία στη διάταξη των όγκων και η ξεχωριστή επιμέλεια στη διακόσμηση των όψεων πιστοποιούν την ευρηματικότητα και την έμπνευση του αρχιτέκτονα.

Το κτίσμα, σύμφωνα με παλαιότερους μελετητές (Millet, Ορλάνδος, Πελεκανίδης, Megan, Krautheimer) ανήκει χρονικά στον 10ο-11ο αιώνα, συγκρινόμενος με ναούς της Μεσηβρίας και της Ηπείρου.

Εσωτερικά, η ζωγραφική των τοιχογραφιών (κυρίως ναός, νάρθηκας, εξωνάρθηκας) καλύπτει μια χρονική περίοδο από τον 13ο έως και τον 17ο αιώνα. Στον κυρίως ναό, οι παλαιότερες τοιχογραφίες, που σώζονται σε κακή κατάσταση (λόγω των γνωστών προβλημάτων από τον βομβαρδισμό του μνημείου το 1940), ανήκουν χρονικά στα μέσα του 13ου αιώνα. Οι σκηνές που είναι ευδιάκριτες από το συνολικό εικονογραφικό πρόγραμμα και μέσω των οποίων μπορούμε να εκτιμήσουμε την αξία της ζωγραφικής, είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου στον δυτικό τοίχο και η Αγία Τριάδα στην ημικυλινδρική καμάρα του εσωνάρθηκα.

Από άποψης τεχνοτροπίας, στις συνθέσεις επικρατεί λιτό πνεύμα και το αρχιτεκτονικό βάθος και το τοπία χρησιμοποιούνται σωστά. Στα χρώματα, ο προπλασμός είναι πράσινος, ενώ το πλάσμα γίνεται με ώχρα.

Η ζωγραφική του 14ου και 15ου αιώνα, που τη συναντούμε εσωτερικά και εξωτερικά στο νάρθηκα, σώζεται σε καλή κατάσταση, όπως επίσης και αυτή του 17ου αιώνα.

Χαρακτηριστική σπάνια σκηνή στις εξωτερικές τοιχογραφίες, είναι ο χορός της Σαλώμης (1496), ενώ κάτω απ' αυτήν διακρίνεται η Δέηση, που είναι παλαιότερο στρώμα του τέλους του 14ου αιώνα.